το ιστολόγιο της Στάμου Ευαγγελίας, φιλολόγου, επιμορφώτριας ΤΠΕ
Photo Album: Άγγελου Καλογερίδη

Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2011

Μανόλης Αναγνωστάκης, Νίκος Εγγονόπουλος: Μια ποιητική "συνομιλία"

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης υπήρξε κορυφαίος ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, που υπηρέτησε έντιμα και στοχαστικά την ποίηση και το κριτικό δoκίμιο. Η ποίησή του είναι μια ποίηση βιωματική αλλά και μια απεγνωσμένη κραυγή διαμαρτυρίας.
"Οι τραγικές εμπειρίες του ποιητή από τον πόλεμο του `40 και τον εμφύλιο, ριζώθηκαν καλά μες στο μυαλό του και οι εκτελέσεις που τις βιώνει σαν να ήταν εκείνος το πρόσωπο του μελλοθανάτου,

Εδώ Κάτω από την καρδιά μου Καρφώθηκαν οι σφαίρες οι πρωινές

αλλά και ο πόνος για τον άδικο χαμό και η αγανάκτηση για τους κάθε λογής τυμβωρύχους καιροσκόπους και τιμητές, αποτυπώνεται με τα ζωηρότερα χρώματα στο έργο του, που δεν έχει στομφώδεις εκφράσεις και σχήματα, αλλά αντίθετα περνά τα μηνύματά του στον αναγνώστη μ` ένα ζεστό διάλογο, διάλογο απλό, που

αναστατώνει τις στέρεες παρατάξεις


και τα όποια στυλιζαρισμένα σχήματα και χρώματα κι αναζητά τον άνθρωπο, στο δίχτυ του μικρού παραθυριού και στου πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση!"
(περιοδικό Ελί-τροχος, τχ. 7, Δημήτρης Καραμβάλης, Θέσεις για την ποίηση του Μ. Αναγνωστάκη, σελ. 86).

Η ζωή και το έργο του Μ. Αναγνωστάκη. (O χάρτης έγινε με το λογισμικό εννοιολογικής χαρτογράφησης CmapTools).


Στο ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη "Στον Νίκο Ε... 1949" παραθέτονται μερικά από τα βασικά μοτίβα της ποίησης της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς.



"Φίλοι που φεύγουν". Τραγούδι από τον κύκλο Τραγουδιών του Μιχάλη Γρηγορίου "Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ…", σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη.

"Στον Νίκο Ε... 1949"

Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες.

Εφιάλτες
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.
( Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;).
Ο Κώστας Μπαλάσκας, σε κείμενό του στο περιοδικό ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ (Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2005), αναφέρει:

"Για το ποίημα αυτό φαίνεται πως είμαι υπεύθυνος (όπως μου είπε κάποτε ο πλέον αρμόδιος Αλέκος Αργυρίου) για τη σύνδεσή του με το ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου "Ποίηση 1948", θεωρώντας το ποίημα του Αναγνωστάκη ως "απάντηση" σ` αυτό, ενώ δεν είναι. Και αν δεν πρόκειται για τον Νίκο Εγγονόπουλο, όμως η ποιητική "συνομιλία" είναι ασφαλώς έγκυρη και έκτοτε τα δύο αυτά ποιήματα διαβάζονται συγκριτικά ως προς το ρόλο του ποιητή και της ποίησης σε μια τραγική εποχή: σπαραγμός και αφασία ή μαρτυρία και διαμαρτυρία; Η θέση του Αναγνωστάκη είναι σαφής: σε δύσκολους καιρούς να μιλάμε για τους δύσκολους καιρούς".

Για "ποιητική συνομιλία" κάνει λόγο και ο Νικήτας Παρίσης σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ελί-τροχος, τχ. 7. Το ανεβάζω στο blog σε ψηφιακή μορφή για να είναι στη διάθεση όλων μας.


Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Αναγνώσεις του ποιήματος του Ν. Εγγονόπουλου "Ποίηση 1948"

Στο ποίημα "Ποίηση 1948" ο Εγγονόπουλος:

"Επισημαίνει το χάσμα ανάμεσα στην ποίηση και σε μια βάρβαρη ιστορική περίοδο, όπου ο ποιητής και οι αξίες που κομίζει δεν έχουν θέση. Ένα ασυμβίβαστο, που θεμελιώνει την αντίθεση:

ποίηση=δημιουργία-ζωή VS πόλεμος=καταστροφή-θάνατος"

G. de Chirico, Πορτρέτο του Apollinaire, 1914
Παρίσι, Musee National d'Art Moderne
O Apollinaire πήρε μέρος ως εθελοντής στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τραυματίστηκε στον κρόταφο (1916) και υποβλήθηκε σε εγχείρηση στο κρανίο. Ένας λευκός κύκλος στη σιλουέτα του ποιητή στο βάθος του πίνακα δείχνει το σημάδι που έμεινε στο πρόσωπό του από την εγχείρηση. Τον ίδιο χρόνο εκδίδεται το έργο του ο δολοφονημένος ποιητής. Η θεραπεία του υπήρξε προσωρινή. Πέθανε δυο χρόνια αργότερα από τις συνέπειες του τραύματός του στον εγκέφαλο.

"Ο ίδιος ο Εγγονόπουλος, σε ποίημά του αφιερωμένο σ` έναν άλλο δολοφονημένο ποιητή, τον Λόρκα, καταλήγει:

μα επιτέλους! πια ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
-και προπαντός στα χρόνια τα δικά μας, τα σακάτικα-
είθισται
να δολοφούν
τους ποιητάς

(Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου 1936...)


Κατά την άποψη του κ. Καψωμένου η αναφορά αυτή είναι απολύτως ταυτόσημη με του Apollinaire και του de Chirico και θα μπορούσε να συσχετισθεί με τα σημαινόμενα του ποιήματος "Ποίηση 1948".
"Ο σημερινός αναγνώστης διαθέτει λοιπόν ένα πλέγμα διακειμενικών αναφορών, που του επιτρέπουν να αναγάγει τις αρνητικές συνδηλώσεις της καταληκτικής παρομοίωσης στο ευρύτερο αντιθετικό σχήμα:
ποιητής
=
δημιουργία-ζωή
κοινωνία
=
αλληλοσπαραγμός-θάνατος

όπου συνηχούν αφενός η αντίθεση ανάμεσα στο δημιουργικό ρόλο του ποιητή και σε μια κατεξοχήν αντιποιητική εποχή, αφετέρου η αντίφαση ανάμεσα στην προσφορά του ποιητή (αξίες ζωής) και στην ανταπόδοση της κοινωνίας (φόνος-θάνατος)".

(Ερατοσθένης. Καψωμένος, "Ποιητική: Θεωρία και μέθοδοι ανάλυσης των ποιητικών κειμένων", εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2005, σελ. 197-200).

"Ο Εγγονόπουλος, "στο ποίημά του για τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να εκφράσει την αδυναμία του μπροστά στο ιστορικό δράμα που ξετυλίγεται μπροστά του. Η ποίηση καταντάει μάταιη αφού ο πραγματικός θάνατος την ξεπερνάει. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο που το ποίημα αυτό είναι από τα πιο "διάσημα" του Εγγονόπουλου, στο χώρο τουλάχιστον της κριτικής. Δεν είναι υπερρεαλιστικό και γράφτηκε για να δείξει την αδυναμία της ποίησης να υπάρξει σε κείνες τις δύσκολες στιγμές".

(Αναστάσης Βιστωνίτης, "Για τον Εγγονόπουλο και τον υπερρεαλισμό" περ. Χάρτης, 25/26, Νοέμβριος 1988, σελ. 176).


"Το ποίημα Ποίηση 1948 "είναι το τελευταίο της συλλογής Έλευσις (1948). Πρόκειται για την πιο μικρή ποιητική συλλογή του Εγγονόπουλου - περιλαμβάνει δώδεκα ποιήματα. Για την ολιγογραφία του - ας σημειωθεί ότι ο ίδιος ονομάζει τον εαυτό του πρώτα ζωγράφο και μετά ποιητή - είναι ενδεικτικά όσα αναφέρονται στο ποίημα Εις Κωνσταντίνον Μπακέαν.

"Ο Βελισσάριος, 1971


(του ποιήματος προηγείται πίνακας του Εγγονόπουλου που εικονίζει
το Βυζαντινό στρατηγό Βελισσάριο ταπεινωμένο, ρακένδυτο, ζητιάνο)

ΕΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΝ ΜΠΑΚΕΑΝ
που ενδιαφέρθηκε για "πρόσφατα" ποίηματά μου

πράγματι η
"ποιητική" παραγωγή μου
τώρα τελευταία
είναι ουσιαστικά
ανύπαρκτη

όχι βέβαια πως έχω πια πάψει
και ποιήματα
και στίχους
και παραμύθια
ν' αραδιάζω
και να κρυφολέω στον εαυτόν μου

όμως ως παραλείπω
ναν τα σημειώσω στο χαρτί
τη λησμονώ
και φυσικά δεν
έχω πια τίποτα να παρουσιάσω

άλλωστε και κανείς δεν μου τα ζητά:
είδα τι λίγη σημασία
γύρω μου
δώσαν
και δίνουνε στα ποιήματα

για έναν μελλοντικό σχολιαστή
θάν υπεραρκετά
τα ποιήματά μου τα παληά
και πόσον εύγλωτη
θα είναι
η σιωπή η τωρινή μου

(...) Στον Μπολιβάρ που γράφτηκε μες στην Κατοχή και είναι ηρωικό ποίημα, οι στίχοι αναπτύσσονται τόσο οριζόντια ώστε να ξεπερνούνε τη μία γραμμή - έχουμε να κάνουμε με στίχους παραγράφους (...) Ωστόσο το Ποίηση 1948, που αναφέρεται στον Εμφύλιο, αποτυπώνει μια κατακερματισμένη επιφάνεια, μια πικρή πραγματικότητα: αδυνατεί να αναπτυχθεί οριζόντια τονίζοντας το βάθος του πόνου, της πίκρας, του λίγου της γραφής της ποίησης. Αυτό το γεγονός μπορούμε να το συνδυάσουμε και με την ομολογία αδυναμίας άρθρωσης του ποιητικού λόγου - που όμως ανατρέπεται από την παρουσία του ίδιου το ποιήματος. Η δύσκολη εποχή ακυρώνει την ποιητική δημιουργία όπως τη γνωρίζουμε όλοι, ταυτόχρονα όμως της δίνει μια νέα, επίκαιρη διάσταση ώστε η κειμενική κατασκευή να συνομιλεί επαισθητώς με το παρόν.

σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου

Επομένως, αυτό που διαβάζουμε οι αναγνώστες είναι η άλλη μεριά αγγελτηρίων θανάτου. Η τυπωμένη σελίδα στο βιβλίο μας, ομοίως με το χαρτί που έγραψε ο ποιητής το ποίημα, είναι αυτή η άλλη μεριά.
(...) Το Ποίηση 1948 τελειώνει με τρεις μονολεκτικούς στίχους στη σειρά - και/τοσο/λίγα - ακολουθώντας φθίνουσα πορεία. Νιώθουμε έτσι τον ασθματικό του τόνο εντονότερα. Το τέλος διαιωνίζει τη μικρή παραγωγή ποιημάτων - όχι την απουσία τους. Η ένστιχη διάταξη όλου του ποιήματος δεν κρύβει κανένα ποιητικό περιεχόμενο. Αν διαβάσει κανείς το ποίημα σε συνεχόμενο λόγο, συνεκφωνώντας νοηματικά τους στίχους, όπως κάνει άλλωστε και ο ίδιος ο Εγγονόπουλος σε μια ανέκδοτη ηχογράφηση του 1950 που μπορεί να ακούσει κανείς στη σελίδα του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού, θα διαπιστώσει πως πρόκειται για ένα πεζό - πεζότατο θα έλεγα - εξομολογητικό κείμενο. Το μόνο που το κάνει "ποίημα" είναι ο τρόπος που οργανώνεται στην τυπωμένη σελίδα, ανακαλύπτοντας έτσι τη δημιουργική παρουσία (επέμβαση) του ποιητή, ο οποίος μεταμορφώνει την πεζή πραγματικότητα σε ποίηση, χωρίς να αλλοιώνει την πραγματικότητα καθεαυτή και θεωρώντας ταυτόχρονα την ποίηση αιτιακό αποτέλεσμα της πραγματικότητας. Έχουμε δηλαδή μπροστά μας ένα απολύτως έλλογο ποίημα διατεταγμένο (αρχιτεκτονημένο καλύτερα) με απολύτως μοντέρνο τρόπο. Διαφορετικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ποίημα το διακρίνει ενός είδους ένστιχη πεζότητα".

(Μια ανάγνωση του ποιήματος του Νίκου Εγγονόπουλου "Ποίηση 1948" (και μια παρέκβαση στο "Ορφεύς ξενόφοβος", Δημήτρης Βλαχοδήμος, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ 1758, Ιούλιος - Αύγουστος 2003).

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Νίκος Εγγονόπουλος "Ποίηση 1948"

Χρονολόγιο του Νίκου Εγγονόπουλου.
Πηγές: Βιογραφικό του Ν. Εγγονόπουλου από το Εικαστικόν, περιοδικό, 7 ημέρες Καθημερινή, 25 Μαΐου 1997.

 

Μια πολύ καλή πηγή για τη ζωή και το έργο του Νίκου Εγγονόπουλου αποτελεί και το κείμενο της γυναίκας του Λένας Εγγονοπούλου, με τον τίτλο "Ποτέ αρκετά!", στο αφιέρωμα του περιοδικού Χάρτης, 25/26, Νοέμβριος 1988.

Διηγόταν επίσης ο Νίκος, διακωμωδώντας την απήχηση που είχε το έργο του στον πολύ κόσμο: Κάποια φορά στο ατελιέ του της οδού Κόρακα, όπου έμενε μεταξύ 1954-1960, την ημέρα των Θεοφανείων μπήκε ο παπάς με το θυμιατό του για τον αγιασμό. Και ενώ ευλογούσε, καθώς σήκωνε τα μάτια του στους τοίχους του εργαστηρίου, που ήταν γεμάτοι από τους πίνακες του Εγγονόπουλου, κοντοστάθηκε και μη μπορώντας να αντισταθεί, διακόπτοντας και τον αγιασμό, τον ρωτάει: "Μίκυ Μάους, Μίκυ Μάους;"

Και αλλού γράφει:

Τα χρόνια της κατοχής, εξαιτίας του Μπολιβάρ, ο Εγγονόπουλος κινδύνεψε. Ο Άγγλος Έβερτ, ο αρχηγός της αστυνομίας τότε, ήταν συγγενής του. "Αυτές τις στραβομαγγούρες κάνεις ακόμη;" ρωτούσε το Νίκο όταν τον έβλεπε. Ο ίδιος τον διακωμωδούσε με πολλή συμπάθεια και ιδιαίτερη στοργή. "Πρόσεξε" τον ειδοποίησε κάποτε ο Έβερτ, "γιατί εκτός από τις στραβομαγγούρες γράφεις και ποιήματα που ενοχλούν τους Γερμανούς. Κινδυνεύεις. Πρέπει να κρυφτείς"...

Το κείμενο τελειώνει ως εξής:

Θα ήθελα να κλείσω το κείμενο αυτό ομολογώντας ότι στα 27 χρόνια που έζησα tete à tete με τον Εγγονόπουλο κάθε μέρα τον θαύμαζα πιο πολύ και με γοήτευε και με συγκινούσε πιο έντονα. Όταν δε του το εξέφραζα, μου απαντούσε: "Ποτέ αρκετά!".



(διαβάζει: Εγγονόπουλος Nίκος, Aνέκδοτη ηχογράφηση
από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)


τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι' άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου

γι' αυτό και
τα ποιήματά μου
είν' τόσο πικραμένα
(και πότε - άλλωστε - δεν ήσαν;)
κι' είναι
- προ πάντων -
και
τόσο
λίγα
(ΕΛΕΥΣΙΣ, 1948)

"Σε μια συνέντευξη του 1981, σχολιάζοντας το ποίημα, ο Εγγονόπουλος λέει: "Η ποίηση 1948 είναι ακριβώς η λατρεία μου για τον ελληνικό λαό, και δεν κάνω διόλου πολιτική. Ύστερα από το έπος των βορειοηπειρωτικών βουνών [στο οποίο ο Εγγονόπουλος έλαβε μέρος και ταλαιπωρήθηκε μέχρι τέλους], το έπος του μονιασμένου ελληνισμού, και μετά το άλλο έπος της αντιστάσεως εναντίον των ναζήδων, τα πολιτικατζίδικα που επακολούθησαν, αυτός ο ανελέητος Εμφύλιος Πόλεμος, ο ανόσιος, ήταν τρομερός. Βρε Έλληνες, μονιάστε τέλος πάντων! Υπάρχει λόγος να μας παρασύρουν διάφοροι "φίλοι" και ν` αλληλοτρωγόμαστε;..."
Ο Αλέξανδρος Αργυρίου αναφερόμενος στο ποίημα σημειώνει χαρακτηριστικά: "δεν ξέρω ποιοι λογοκριτές και "σμπίροι" της εξουσίας διάβαζαν ποιητικές συλλογές το 1948, όμως είναι γνωστό ότι ο χαρακτηρισμός του εμφυλίου πολέμου τότε με άλλο προσδιορισμό πλην του συμμοριτοπολέμου απέβαινε ύποπτος και επικίνδυνος. Καταλαβαίνουμε πως ο ποιητής τολμά και εκτίθεται άφοβα, λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους..."
(Δημήτρης Βλαχοδήμος, ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ 1758, Ιούλιος - Αύγουστος 2003)

Η Λένα Εγγονοπούλου, στο κείμενό της στο αφιέρωμα στο Χάρτη, γράφει σχετικά:
"Ο Εγγονόπουλος δεν πήγε στον εθνικό στρατό. Κρύφτηκε. Αυτό είναι ιδιαίτερα δηλωτικό γεγονός για τη στάση του στον Εμφύλιο. Παρεμπιπτόντως, θέλω να θυμίσω ότι τη λέξη "Εμφύλιος", στη λογοτεχνία, την εισήγαγε ο Εγγονόπουλος. Ήξερε να ακριβολογεί. Νέος, ήταν κομμουνιστής. Σιγά-σιγά όμως έπαψε να ασχολείται με την πολιτική. Περισσότερο δεχόταν το καβαφικό "Βλάπτουν την Συρία ομοίως".

Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2011

Φάκελος Μαρία Πολυδούρη, Μόνο γιατί μ` αγάπησες



Και για παράλληλο κείμενο μου αρέσει πολύ το ποίημα του γερμανού ποιητή

Ράινερ Μαρία Ρίλκε

ΣΒΗΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ…

Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ' ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ' εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμια, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.

μτφρ. Κωστής Παλαμάς

Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ", τεύχος 377 στις 15 Φεβρουαρίου 1943. Όπως αναφέρεται σε σημείωση "Μ` αυτήν τη μετάφραση, στα 1914, ο Κ. Παλαμάς παρουσίαζε για πρώτη φορά τον Rilke στην Ελλάδα".

Πρόκειται για ένα ποίημα το οποίο αναφέρεται σ` έναν έρωτα όπου "οι αντιθέσεις, η υπερβολή, η επανάληψη και η κλιμάκωση, ο διάλογος εγώ-εσύ, τα 17 ρήματα σε 9 στίχους δίνουν την αισθητική βάση για να δοθεί ο έρωτας ως απόλυτη αυτο-υπέρβαση ".
(http://www.komvos.edu.gr/diaglossiki/methodology/Didaskalia_Eyropaikhs/Tzioka_1.htm)

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Μαρία Πολυδούρη

Ο μύθος που δημιουργήθηκε γύρω από το πρόσωπο της Μαρίας Πολυδούρη δεν οφείλεται μόνο στην ερωτική της ιστορία με τον Κώστα Καρυωτάκη.

"Ρομαντική ως προς τις ιδέες της, φιλελεύθερη ως προς τα πολιτικά της φρονήματα, εύθραυστη σε κάθε φορτισμένο συναισθηματικά γεγονός και ριζοσπαστική στις κοινωνικές της αντιλήψεις, η Πολυδούρη στα 28 μόλις χρόνια που έζησε, πρόλαβε μέσα από το έργο της να διαιωνήσει τη μνήμη της πληρώνοντας ένα πολύ σκληρό τίμημα, την ίδια της τη ζωή".

Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1902 στην Καλαμάτα και πέθανε σε ηλικία 28 ετών από φυματίωση, στις 29 του Απρίλη του 1930, όπως τόσο τραγικά προφήτεψε:

Θα πεθάνω μιαν αυγούλα μελαγχολική τ' Απρίλη

Τερματίστηκε έτσι η ζωή μιας γυναίκας "που την ξόδεψε με γενναιοδωρία σ` ό,τι τη συγκινούσε, που πάλεψε και νίκησε την πλήξη, που αντιστάθηκε στα ηθικά πρότυπα της εποχής της, που αφοσιώθηκε με πάθος για ν` αγγίξει το απόλυτο".
 Έζησε σε μια εποχή "δραματική" και "συκοφαντημένη", κατά την άποψη του Άγγελου Τερζάκη, που υπερασπίστηκε τη νεολαία της δραματικής δεκαετίας του `20.

Λένε πως ήταν μια εποχή ηττημένη (...) Ηττημένη; Θα την πω καλύτερα δραματική (...) Μέσα στα μουχλιασμένα δημόσια γραφεία στρατολογείται μια νεολαία που θα πιστέψει με πάθος στην κοινωνική δικαιοσύνη, θα στρώσει με τα κορμιά της τους τραγικούς δρόμους της (...) Ποίηση, κοινωνική επανάσταση, έρωτας, μπερδεύονταν στο μυαλό μας, έκαναν την περπατησιά μας ζαλισμένη και σαν υπνοβατική (...).
Άγγελος Τερζάκης, "Ο ματωμένος λυρισμός"
Πιστεύω πως, όχι κάθε γενιά (όπως συχνά λέγεται) αλλά κάθε συνωμοταξία ανθρώπων, έρχεται μ` ένα δικό της αστέρι στη ζωή, στρατεύεται κάτω από το σημείο του (...) Η νεολαία εκείνη που θερίστηκε γύρω μου τότε (δηλαδή στα 1925-1930), που την ήπιε σα σταγόνα νερό ένας θανάσιμος ήλιος, η επαρχία, η φτώχεια, η καταδίωξη, η εξορία, η αρρώστια, η αστοχία, η προδοσία των άλλων, είχε ένα δράμα εσωτερικό. Και το δράμα είναι το μόνο που καταξιώνει τον άνθρωπο ηθικά, τον κάνει αξιοσέβαστο. Μπορεί να έχεις τάλαντο και να πετύχεις, τύχη και να ευνοηθείς, καπατσοσύνη και να επιπλεύσεις, πλάτες και να ξεκινήσεις. Μπορεί να μπεις στη φωτεινή ζώνη μόνο και μόνο επειδή σ` ευνόησαν οι εξωτερικές συνθήκες στην αφετηρία σου.

Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που `ναι.


Αναθυμάμαι όχι μόνο τους ποιητές μας, αναθυμάμαι τους στρατευμένους στην κοινωνική επανάσταση: Ήταν θεωρητικά αισιόδοξοι, ψυχικά όμως, δίχως να το ξέρουν , απεγνωσμένοι της αισιοδοξίας. Δε δίνεις τη ζωή σου, τα νιάτα σου, την υγειά σου, όταν όλα τα βλέπεις ωραία. Χρειάζεται μια τραγική προδιάθεση για να γίνεις παρανάλωμα ενός ονείρου. Και το τραγικό πνεύμα μπορεί να είναι λυτρωμένο, δεν είναι όμως ποτέ μακάριο.

Άγγελος Τερζάκης, "Η ανώνυμη ιστορία"


(Κώστας Καρυωτάκης "Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ..."
από τη συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες, 1927)

Το 1922 η Πολυδούρη συναντά τον Καρυωτάκη που είναι ήδη καταξιωμένος στο μικρό πνευματικό κύκλο της πρωτεύουσας.
Το νομαρχιακό γραφείο όπου είχε πάει για να πιάσει δουλειά η Μαρία Πολυδούρη, καινουργοφερμένη από την Καλαμάτα της, είναι σκονισμένο, νυσταλέο και κακομούτσουνο, στεγάζει φουκαράδες υπαλλήλους που έχουν για όνειρο φυγής τη βραδυνή πρέφα. Κι όμως ανάμεσα σε τέτοιο κόσμο, πίσω από τραπέζι πληχτικό κάθεται ο Κώστας Καρυωτάκης.

Άγγελος Τερζάκης, "Ο ματωμένος λυρισμός"

Ο έρωτάς της με τον Καρυωτάκη θα έχει πολλές διακυμάνσεις. Στις 3 Μαΐου 1922 γράφει στο ημερολόγιό της.

Τον αγαπώ, τον αγαπώ, καμμιά αμφιβολία πια! (...) Απελπισμένε μου ποιητή θα σε αγαπήσω άραγε όσο θέλω ν` αγαπήσω, όσο σου πρέπει;


Η Λιλή Ζωγράφου στο βιβλίο της "Κώστας Καρυωτάκης Μαρία Πολυδούρη, Η αρχή της αμφισβήτησης" αναφέρει πως μετά τον τραγικό θάνατο του Καρυωτάκη, "όταν η Μαρία βεβαιώνεται πως χάνει οριστικά το αντικείμενο του έρωτα, ερωτεύεται τη θλίψη της για την απώλειά του και την αφήνει να θεριέψει σα δεντρί απάνω στον τάφο. Το πάθος της αυτό θα της εμπνεύσει μερικά από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια που `χουν γραφτεί. Ασύγκριτος κι αναντικατάστατος θα μείνει ο Καρυωτάκης για τη Μαρία. Κι ο έρωτάς τους η μοναδική δικαίωση της ζωής της, όπως λέει στο "Μόνο γιατί μ` αγάπησες".


Δεν τραγουδώ, παρά γιατί μ' αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ' αγάπησες.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι' αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.

Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα
γι' αυτό η ζωή μου εδόθη
στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ' αγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε, που βασίλεψες
κι έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ' αγάπησες.

(από τη συλλογή Οι τρίλιες που σβήνουν, 1928)

Σπάνια, μα πολύ σπάνια αποδόθηκε από γυναίκα τόσο αριστουργηματικά τόσο ανάλαφρα, αέρινα, το ερωτικό αίσθημα (...) Αμφιβάλλω αν στη νεοελληνική λογοτεχνία υπάρχουν πολλοί στίχοι σαν αυτοί. Θα προσέξατε βέβαια την λυρικήν έξαρση, τις θαυμαστές εικόνες, το πλούσιο χρώμα και την ηχητικότητα των στίχων. Μια αρμονία αβίαστη, γαλήνια, πηγάζει από το τραγούδι αυτό, το τόσο βαθειά ανθρώπινο και υποβλητικό. Γι αυτό τα ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη θα ζήσουν, διότι, καθώς ορθά έγραψε ο Κώστας Ουράνης "το παράπονό της ενώνεται με το αιώνιο παράπονο της ανθρωπότητος κάθε φορά που αντικρύζει την παγερή εκμηδένηση του θανάτου. Τις κραυγές της τις διαπερνάει η ίδια πνοή της τραγωδίας που δονεί το παράπονο της Αντιγόνης σαν αποχαιρετάει τη ζωή και το "θείο φως".

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Ενημερωτικό δελτίο για την επίσκεψη του κ. Δ. Ράιου στο σχολείο μας

Ο Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Δημήτρης Ράιος, μας έκανε την εξαιρετική τιμή να ανταποκριθεί στην πρόσκλησή μας και να έρθει στο σχολείο μας να μάς μιλήσει για τον Κ. Καβάφη και το ποίημα «Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου• ποιητού εν Κομμαγηνή• 595 μ.Χ.».
Ο κ. Ράιος έχει ασχοληθεί ερευνητικά με την ποίηση του Καβάφη και και στο βιβλίο του: Κ.Π. Καβάφη, Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου• ποιητού εν Κομμαγηνή• 595 μ.Χ.: Ερμηνευτική προσέγγιση, Ιωάννινα 2001, προτείνει "μια νέα ερμηνευτική προσέγγιση του σύντομου καβαφικού ποιήματος", την οποία μας ανέπτυξε.
Ο μαθητής της Γ΄ Λυκείου Γιώργος Θωμά μαγνητοφώνησε την ομιλία του κ. Ράιου και εγώ με τη σειρά μου την απομαγνητοφώνησα και συνέταξα το παρακάτω ενημερωτικό δελτίο για να αναρτηθεί στο σχολείο και να είναι στη διάθεση των μαθητών της θεωρητικής κατεύθυνσης. (Την επόμενη φορά, ελπίζω αυτή η δουλειά να γίνει από τους ίδιους τους μαθητές, με τη βοήθεια απλώς τη δική μου).


(Πατήστε Go full screen κάτω δεξιά, για να δείτε το αρχείο σε μεγέθυνση).

Φάκελος Κ. Καβάφης, Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου• ποιητού εν Κομμαγηνή• 595 μ.Χ.


Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Στις αγκαλιές των ξενυχτισμένων άστρων

Ο ουρανός το χειμώνα είναι πιο πλούσιος σε λαμπρά αστέρια απ` ό,τι σε κάθε άλλη εποχή του έτους. Το πετράδι στο στέμμα του χειμώνα είναι το λαμπρότερο αστέρι σε ολόκληρο τον ουρανό, ο Σείριος. Ο Σείριος βρίσκεται στη νότια κορυφή του Χειμερινού Τριγώνου από λαμπρούς αστέρες, το οποίο συμπληρώνουν ο Προκύων και ο Βετελγέζης .



O Βετελγέζης είναι αστέρι του αστερισμού του Ωρίωνα. Στην κάτω δεξιά γωνία του ορθογωνίου του Ωρίωνα είναι ο Ρίγκελ. Από το κέντρο του Ωρίωνα περνάει μια χαρακτηριστική σειρά τριών αστεριών που αποτελούν τη ζώνη του Ωρίωνα.

Ο ουράνιος θόλος πάντα κέντριζε τη φαντασία του ανθρώπου, που γέμιζε τον ουρανό με παραστάσεις με μύθους. Έβλεπε πάνω στον ουρανό ζώα, πλοία, ανθρώπους, ήρωες, θεούς. Έδωσε ονόματα στ` αστέρια, κατέταξε πολλά απ` αυτά σε ομάδες και με τη φαντασία του έδωσε σχήματα στις ομάδες των άστρων για να μπορεί να προσανατολίζεται ευκολότερα. Έτσι έπλασε τους αστερισμούς. Τα περισσότερα ονόματα των άστρων και των αστερισμών είναι ελληνικά ή εκλατινισμένα ελληνικά. Κρύβουν πίσω τους μύθους, παραδόσεις, ιστορίες ανθρώπων και λαών. Η ιστορία των άστρων είναι η ιστορία των λαών.


Ο ωραιότερος ίσως από τους αστερισμούς είναι ο Ωρίωνας. Κατά ένα μύθο ήταν γιος του Ποσειδώνα και μιας θνητής. Ήταν πολύ καλός κυνηγός και υπάρχουν ιστορίες που συνδέονται μ` αυτόν και την Άρτεμη. Λέγεται ότι κυνηγούσαν μαζί αλλά η Άρτεμις έβαλε έναν σκορπιό να τον δαγκώσει και να τον σκοτώσει, όταν αυτός περηφανεύτηκε ότι δε φοβάται κανένα ζώο και κανένας δεν τον τρομάζει. Γι αυτό και στον ουρανό είναι σε ακριβώς αντίθετα σημεία , έτσι ώστε, όταν ανατέλλει ο Σκορπιός ο Ωρίωνας να δύει.


Οι Αιγύπτιοι αναγνώριζαν στον Ωρίωνα τον Ώρο (Horus) πάνω σε μια βάρκα και δίπλα του ήταν ο Σείριος, σαν αγελάδα, κι αυτός πάνω σε βάρκα. Ήταν επίσης γνωστός στους Αιγύπτιους και ως Σάχου. Γενικά οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι στον αστερισμό αυτό αναπαύεται η ψυχή του Όσιρι, ενώ στο Σείριο αναπαυόταν η ψυχή της Ίσιδος.


Οι Κινέζοι έχουν τη μεγαλύτερη απόκλιση από τους Δυτικούς στον τρόπο που βλέπουν τα άστρα. Τα άστρα της ζώνης του Ωρίωνα τα ονόμασαν "τρία αστέρια". Είχαν πολλές άλλες ονομασίες και για τα υπόλοιπα άστρα όπως "χρυσό πηγάδι", "κεφάλι τίγρη", αιχμηρή κόψη" κ.ά.

Όπως και νά `χει, το ταξίδι στο θόλο του ουρανού και της φαντασίας δεν τελειώνει ποτέ. Και για να θυμηθούμε τον Παπαδιαμάντη,

"τα άστρα, το εν μετά το άλλο, πίπτοντα, φευγαλέα, σβήνονται εις τον άνω βυθόν, των ακαταλήπτων πραγμάτων"

Βιβλιογραφία:
  1. Τουμπουλίδης Χαρίτων, Ουρανογραφία: Η ιστορία και η μυθολογία των αστερισμών, εκδ. Πλανητάριο Θεσσαλονίκης 2008
  2. "The monthly sky guide, εκδ. Πλανητάριο Θεσσαλονίκης (3η εκδ.2010-2014)
  3. McDONALD M., Άστρα και αστερισμοί, μύθοι καο παραδόσεις, εκδ. Εστία, Αθήνα 1996.
Τις εικόνες έφτιαξα με το ανοιχτό λογισμικό Stellarium.