το ιστολόγιο της Στάμου Ευαγγελίας, φιλολόγου, επιμορφώτριας ΤΠΕ
Photo Album: Άγγελου Καλογερίδη

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Νικήτας Παρίσης, "Όλα τα τρώει η σκουριά" (μυθιστόρημα, εκδόσεις Momentum)

Το μυθιστόρημα του Νικήτα Παρίση Όλα τα τρώει η σκουριά είναι ένα «σύμμετρο μυθιστόρημα», μικρό σε όγκο, με έντονη συγκινησιακή και συναισθηματική γραφή. Οι εμπειρίες, που ο συγγραφέας αποτυπώνει με ενάργεια στο μυθιστόρημά του, μας μεταφέρουν σε μια πραγματικότητα με συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο. Είναι η αδυσώπητη πραγματικότητα των χρόνων της γερμανικής κατοχής, του εμφυλίου και των μετεμφυλιακών χρόνων, της επτάχρονης δικτατορίας, της μεταπολίτευσης και των χρόνων που ακολούθησαν μέχρι σήμερα. Έτσι, ο συγγραφέας κατασκευάζει ένα αφηγηματικό προσωπείο, που ανακαλεί και αφηγείται, με ρεαλιστική φυσικότητα, περιστατικά του βίου του που, όπως ο ίδιος δηλώνει, η αφηγηματική τους μετάπλαση «κρατάει πάνω τους πιο πολύ το βάρος μιας πραγματικότητας και πολύ λιγότερο την επινόηση της μυθοπλασίας».

Στο σύμπαν της αφήγησης, ο αφηγητής είναι το ίδιο πρόσωπο με τον πρωταγωνιστή, τον Αιμίλιο Ν…, αν και με την επιλογή του τρίτου προσώπου δίνεται η εντύπωση ότι ο Αιμίλιος γράφει για κάποιον συνονόματό του. Αυτό προδηλώνεται στην τρίτη σύντομη προλογική ενότητα του μυθιστορήματος (γ΄, ο Αιμίλιος Ν., σελ. 15-16), που γίνεται η παρουσίαση του πρωταγωνιστή.

Η αρχή της ιστορίας τοποθετείται στα χρόνια της νεανικής ωριμότητας του Αιμίλιου, όταν 27/χρονος ετεροαπασχολούμενος, έψαχνε να βρει δουλειά αντίστοιχη με τις σπουδές του. Η ημερομηνία της 23ης Ιουλίου 1965 προβάλλεται ως μια τομή στη ζωή του Αιμίλιου, αφού τα γεγονότα που επακολούθησαν καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή και τη δράση του. Η ιστορία του δίνεται με την τεχνική της αναδρομικής αφήγησης από τον ώριμο, πλέον, αφηγητή, που, έχοντας ξοδέψει 36 χρόνια της ζωής του δουλεύοντας σκληρά για την «Εταιρεία» που τον προσέλαβε, κάνει τώρα τον απολογισμό της ζωής του, τοποθετώντας την στα ιστορικά και κοινωνικά της συμφραζόμενα. Επομένως, ο βασικός αφηγηματικός άξονας του βιβλίου κινείται πάνω στη γραμμή που οριοθετείται με την αρχή, το «ωραίο ξεκίνημα» της δουλειάς του πρωταγωνιστή του στην Εταιρεία και το τέλος, με το «βραβείο» της απόλυσής του από την ίδια Εταιρεία, λίγο πριν τη συνταξιοδότησή του. Πρόκειται για μια γραμμή «όχι πάντα ευθεία. Πιο πολύ τεθλασμένη και με πολλές γωνίες, μυτερές και αιχμηρές, που καραδοκούσαν να πέσεις πάνω και να τσακιστείς». Από κει και πέρα, ο χρόνος της αφήγησης συμπίπτει με το χρόνο της ιστορίας και τα γεγονότα εκτυλίσσονται ευθύγραμμα, με σύντομες μνημονικές ανακλήσεις. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι τα τέσσερα Εμβόλιμα κεφάλαια του κειμένου παρακολουθούν ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή του Αιμίλιου και προσδιόρισαν στοιχεία του χαρακτήρα του και της προσωπικότητάς του.

Το επιλογικό τέλος του μυθιστορήματος συμπίπτει με το ξαφνικό τέλος της ζωής του Αιμίλιου αλλά και με την παράδοση της σκυτάλης στον ομιλούντα, καθαρό και φροντισμένο λόγο της γραφής του. Ο Αιμίλιος είχε μετασχηματίσει τα συναισθήματα και τις «δονήσεις» που υπέστη στη ζωή του σε μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα που είχε ως βασικό θέμα του «το περπάτημα του καιρού», «τη σκουριά του χρόνου που κάθεται στις κλειδώσεις κι ύστερα όλα τρίζουν, έτοιμα να ραγίσουν». Αυτό το βιβλίο ήταν το κύκνειο άσμα της ζωής του. Την επομένη του θανάτου του ο γιος του, ο Πέτρος, θα πήγαινε στο εκδότη ένα «ολόκληρο κόκκινο ντοσιέ, γεμάτο με καλογραμμένες σελίδες». Με αυτόν τον τρόπο, το ίδιο το κείμενο μας αποκαλύπτει την ιδέα και το βασικό θέμα της γραφής του.

Διαβάζοντας το βιβλίο παρακολουθούμε, μέσα από τη διαδοχή θέσεων και αντιθέσεων, τα στοιχεία της βιωμένης καθημερινότητας του Αιμίλιου, τις «χαμένες δεκαετίες της ζωής του» αλλά και τις χρυσές σελίδες της. Τη δημιουργία οικογένειας. Την κλεισούρα της επαγγελματικής ζωής και την αποστέγνωση που αυτή επιφέρει με τις επαναλήψεις, τις απαρνήσεις και την εναλλαγή ρόλων. Την ίαση που προσφέρει η τέχνης της γραφής. Την αγαλλίαση του ολόκληρου και του πλήρους, που μπορεί να βρει κάποιος στον δικό του «ουρανό», με τα ολόγιομα φεγγάρια της ζωής του. Στοιχεία, δηλαδή, που μπορεί να διακρίνει ο καθένας μας στον καθρέφτη της δικής του ζωής και που συγκροτούν και συνθέτουν λίγο πολύ τα χαρακτηριστικά του εαυτού μας.

Ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι οι προσδοκίες για την εξέλιξη της υπόθεσης συνδέονται και επικεντρώνονται όχι τόσο στην εξωτερική δράση όσο στις εσωτερικές διεργασίες του ήρωα και στη λεπτομερή παρουσίαση των σκέψεων και των συναισθημάτων του. Αυτό που, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί βασικό συγγραφικό εύρημα είναι ότι ο αφηγητής λειτουργεί ταυτόχρονα και ως μονολογιστής, που σκηνοθετεί τους λόγους που ακούγονται γύρω από τα ζητήματα που θέτει. Όσο περισσότερο παρακολουθούμε αυτούς τους λόγους τόσο καλύτερα αντιλαμβανόμαστε το εσωτερικό πρόσωπο της αρετής του, τη συνείδησή του, τις προτεραιότητες και αξίες που διέπουν τη ζωή του. Ο λόγος του παίρνει έτσι τη μορφή αποφθεγματικών αφορισμών, που κρύβουν μέσα τους αλήθειες καθολικού κύρους, περισσότερο επίκαιρες από ποτέ. Παραθέτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
Όχι, αυτό μας έφαγε, η μοιρολατρία, η αποδοχή της ήττας, το δεν αλλάζει τίποτα. Περνάμε άσχημο μάθημα στη νέα γενιά. Θα γίνουν όλοι υποζύγια, θα τους φορτώσουν κι άλλα ασήκωτα βάρη. Όχι, φώναζε ο Αιμίλιος, δεν το δέχομαι, η σιωπή είναι η αρχή της ήττας. (σελ. 12)
Αν κάποιος προσπαθήσει, με βίαιο τρόπο, με τη δύναμη της εξουσίας του ή και με άλλα μέσα, να επιβάλλει πάνω σε όλους τους άλλους τη δική του βούληση, αυτό δε θα μου άρεσε. Έτσι είπε και πρόσθεσε: Θα καταργούσε τις δικές μου αξίες. Θα το θεωρούσα αντιδημοκρατικό. (σελ. 21)

Αυτό είναι, συλλογίστηκε, τα πουλιά ανεβαίνουν στον ουρανό. Ξέρουν τι είναι ανήφορος; Δεν ξέρουν. Έχουν φτερά τα πουλιά. Πετάνε ελεύθερα! Πού τέτοια τύχη ο άνθρωπος! Κολλημένος στο χώμα, στις συνήθειές του. Μόνο με τη σκέψη πετάει ο άνθρωπος. Όμως τα πόδια του ματώνουν, τα τρώνε οι ανήφοροι, πληγιάζουν τα πέλματα απ` τα πολλά αγκάθια. Στέκεται, πάντως, όρθιος κι όλο ανεβαίνει. Έτσι πετάνε οι άνθρωποι, χωρίς φτερά. (σελ. 60)
Ο λόγος για την ηθική είναι πάντα μια φλυαρία. Η πράξη όμως σφραγίζει τη ζωή μας. (σελ. 85)
Αναμφισβήτητα, μια βασική «προεξοχή» του μυθιστορήματος είναι η γλώσσα του. Είναι, δηλαδή, γραμμένο σε τέτοια γλώσσα, που με τις πρωτότυπες γλωσσικές υφάνσεις της παρέχει τις νόρμες της τελειότητας. Χαρακτηριστικά τα παρακάτω παραθέματα:
Δεν είναι μόνο τα βάσανα και οι στενοχώριες που κάνουν τη νύχτα άυπνη και τυραννική. Το έχει προσέξει ο Αιμίλιος: και σε στιγμές που νιώθει κανείς να αγγίζει την ευτυχία, όπως το χέρι το βελούδο, και οι στιγμές μοιάζουν γεμάτες χρώματα -η μεταξένια ζωή- ε, και τότε μπορεί να χάσεις τον ύπνο σου. Τα μάτια μένουν ορθάνοιχτα, να δουν ώρα πολλή και να χορτάσουν αυτά τα όμορφα χρώματα. (σελ. 67-68)

Η θάλασσα παιχνίδιζε χρώματα. Κυριαρχούσε το γαλαζωπό, με μιαν απόχρωση οινοπνεύματος, λίγο πιο ανοιχτό. Την έβλεπες αρυτίδωτη μ` ένα σχεδόν άηχο σβήσιμο στην ακρογιαλιά. (σελ. 109)
Μετά την πρώτη ενήδονη ανάγνωση του βιβλίου, επέστρεφα και ξαναεπέστρεφα στις σελίδες του, για να με εμποτίσει το καθαρό απόσταγμα του λόγου τους. Σιγά σιγά άρχισε να μεταβολίζεται μέσα μου η γραφή του και να γίνεται το κείμενο κτήμα μου. Τότε μόνο αποτόλμησα να γράψω αυτόν το σύντομο κριτικό σχολιασμό.
Ιανουάριος 2015 
Στάμου Ευαγγελία

Υ. Γ. Ευχαριστώ θερμά τον κ. Ν. Παρίση και τη Φιλογνωσία που μου έκαναν τη μεγάλη τιμή να δημοσιεύσουν το κείμενό μου στη Φιλογνωσία.

2 σχόλια:

sofia είπε...

Καλημέρα Λίτσα
πολύ ενδιαφέρουσα η παρουσίαση του βιβλίου. Με παρακινεί να το διαβάσω. Θα το αναζητήσω.

Ε. Στάμου είπε...

Καλημέρα Σοφία και Χρόνια Πολλά! Να το διαβάσεις. Θα ενθουσιαστείς, γιατί ανήκεις στους ανθρώπους με λογοτεχνική κουλτούρα. Κυκλοφόρησε στις 19 Δεκέμβρη του `14.

Σ` ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο.