το ιστολόγιο της Στάμου Ευαγγελίας, φιλολόγου, επιμορφώτριας ΤΠΕ
Photo Album: Άγγελου Καλογερίδη

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Ο Οδυσσέας Ελύτης και δύο νέες μεταφράσεις ποιημάτων του στα ισπανικά

Τέσσερα χρόνια μετά τα "Ελεγεία της Οξώπετρας", το 1995 κυκλοφόρησαν δύο νέα βιβλία του Οδυσσέα Ελύτη, τα τελευταία πριν το θάνατό του στις 18 Μαρτίου 1996.  Ήταν η ποιητική συλλογή "Δυτικά της λύπης" και το εντυπωσιακό λεύκωμα "Ο κήπος με τις αυταπάτες", που περιέχει επτά πεζά κείμενα και 49 συνεικόνες.
Το "Δυτικά της λύπης" απαρτίζεται από επτά ποιήματα (ο αριθμός επτά είναι ένας από τους αγαπημένους αριθμούς του ποιητή). Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν το καλοκαίρι του 1995 στο Πόρτο Ράφτη Αττικής και είναι, τυπικά και ουσιαστικά, συμπλήρωμα των Ελεγείων (Αν. Βιστωνίτη, Είδωλα ψυχής).

δίπλωμα βραβείου Νόμπελ
Το δίπλωμα του βραβείου Νόμπελ, που απονεμήθηκε στον ποιητή Οδυσσέα Ελύτη (1911-96), στις 10 Δεκεμβρίου 1979.  Δωρεά Οδυσσέα Ελύτη 
πηγή αναπαραγωγής: europeana
"Η αναμέτρηση με το θάνατο και η κατάφαση της ζωής που συναντήσαμε στα Ελεγεία της Οξώπετρας φαίνεται εδώ περισσότερο κατασταλαγμένη, αλλά με το ίδιο πάλι αποτέλεσμα: αυτό που μένει και διαρκεί είναι η Ποίηση.

Ποίηση μόνον είναι
Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία
Όπως μπορεί και να τη φαντασθήκαν οι πρωτόπλαστοι
Δίκαιη στα στυφά του κήπου και στο ρολόι αλάθητη.
                                                                      (ΩΣ ΕΝΔΥΜΙΩΝ)
Endymion the Shepherd Boy Asleep on Mt Latmos

Ο Ενδυμίωνας μάγεψε με την ομορφιά του τη θεά Σελήνη η οποία τον ερωτεύτηκε με παθολογική μανία. Πενήντα κόρες ήταν οι καρποί αυτού του έρωτα. Ο Δίας τού χάρισε αιώνια νιάτα και αιώνιο ύπνο. Η Σελήνη, καθοδηγούμενη από το ερωτικό της πάθος για τον Ενδυμίωνα,  τον επισκεπτόταν συχνά τις νύχτες στη σπηλιά του, πάνω στο βουνό Λάτμο της Καρίας.
 Έτσι, το "Δυτικά της λύπης" μπορεί να εννοηθεί ως μια παραδοχή κάθε τέλους, πέρα από την ανθρώπινη αγωνία. Εκεί όπου δοξολογείται η περιπέτεια της ζωής και παραμένει κανείς με θαυμαστική απορία μπροστά σε όσα συνέβησαν και όσα συμβαίνουν, εναρμονίζοντας τον μέσα και τον έξω κόσμο. Το βιβλίο μάς προσφέρει έναν οικείο γνώριμο Ελύτη, ο οποίος δεν κουράζεται να συνεχίζει τον ποιητικό του διάλογο τόσο με την Ιστορία όσο και με την προσωπική του μοίρα".
 (Από την κριτική του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 19 Δεκεμβρίου 1995). 

Ο Οδυσσέας Ελύτης και η ποίησή του μεταφράστηκαν από πολλούς ελληνιστές θαυμαστές του στην ισπανική γλώσσα. Ο Mario Domínguez Parra (Alicante, España, 1972), είναι ένας Ισπανός ποιητής, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Έχει μεταφράσει ποιήματα και πεζά των Οδυσσέα Ελύτη, Γιώργου Σεφέρη, Ιωάννας Τσάτσου, Μελισσάνθης, Νάσου Βαγενά, Ζωής Καρέλλη, Κώστα Ε. Τσιρόπουλου, Ν.Γ. Λυκομήτρου, Θοδωρή Βοριά, Εύης Πλατίτσα, Νίκου Σφαμένου, Χρήστου Βακαλόπουλου, Κώστα Κουτσουρέλη, κ.ά.

Με αφορμή τον εορτασμό των 100 χρόνων από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη, ο Mario Domínguez Parra επέλεξε να μεταφράσει  στα ισπανικά δύο ποιήματα του ποιητή  από τη συλλογή  "Δυτικά της λύπης". Το  πρώτο της συλλογής, "ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ" και το  τελευταίο, "ΩΣ ΕΝΔΥΜΙΩΝ". Τα ποιήματα  και οι μεταφράσεις τους  δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Poesia Digital. Συνοδεύονται από  εισαγωγικό κείμενο το οποίο έγραψε  ο ίδιος ο κύριος Mario Domínguez Parra, ο οποίος είχε την ευγενή καλοσύνη να μου το μεταφράσει  στα ελληνικά. Με τη βοήθεια του καλού μου φίλου Διονύση Μάνεση  έγιναν οι αναγκαίες διορθώσεις στο  κείμενο της ελληνικής μετάφρασης που ακολουθεί:
"Για να τιμήσω την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Οδυσσέα Αλεπουδέλη (πιο γνωστού με το όνομα Οδυσσέας Ελύτης), διάλεξα δύο ποιήματα από την τελευταία του δημιουργική περίοδο. Ευτυχώς, υπάρχουν αρκετές μεταφράσεις του έργου του Οδυσσέα Ελύτη στα ισπανικά. Στο Άξιον Εστί και άλλα ποιήματα (μετάφραση Cristiàn Carandell, εκδ. Galaxia Gutenberg, Βαρκελώνη 2008), ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει την ποιητική του πορεία από την αρχή ως το τέλος. 

Τα δύο ποιήματα, Της Εφέσου και Ως Ενδυμίων, περιλαμβάνονται στο βιβλίο Δυτικά της λύπης που εκδόθηκε στην Αθήνα από τις εκδόσεις Ίκαρος το Νοέμβριο του 1995, ένα χρόνο πριν από το θάνατο  του ποιητή. Στο βιβλίο συμπεριλαμβάνεται μια ωραιότατη φωτογραφία του ποιητή τραβηγμένη από την Ιουλίτα Ηλιοπούλου (που είχε και την επιμέλεια της έκδοσης). Τα ποιήματα γράφτηκαν το καλοκαίρι του ίδιου έτους  στο Πόρτο Ράφτη, μια παραθαλάσσια τοποθεσία κοντά στην Αθήνα. Ο Jeffrey Carson, ποιητής και μεταφραστής στα αγγλικά (μαζί με το Νίκο Σαρρή) του ποιητικού έργου του Ελύτη (John Hopkins University Press, 2004), υποστηρίζει πως αυτό το βιβλίο είναι μέρος μιας τελευταίας τριλογίας: Τα Eλέγεια της Οξώπετρας, Δυτικά της Λύπης και Εκ του πλησίον.  Αυτό μπορεί να το διαβάσει κανείς στο βιβλίο Odisseas Elitis: un europeo per metà, (με επιμέλεια της Paola Maria Minucci και του Christos Bintoudis, Ρώμη, εκδόσεις Donzelli, 2010, σσ. 119-120).  

Σ’  αυτά τα ποιήματα (το πρώτο και το τελευταίο του βιβλίου) καταγράφεται η τρισχιλιετής συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, η επικράτηση της σύγχρονης Ελλάδας πάνω στην αρχαία ή και το αντίθετο. Ένα κειμενικό κολάζ (ο ίδιος ο ποιητής έφτιαξε πολλά εκπληκτικά κολάζ), όχι ένα παλίμψηστο, για μύθους και πρόσωπα που περιδιαβαίνουν με την ίδια σωματική, φυσική παρουσία, την αρχιτεκτονική του κειμένου: υπάρξεις που εξυψώνονται σε διαστάσεις διαχρονικές, όπως ο Άγιος Ηράκλειτος ή όπως ο Ενδυμίων, ο προσωκρατικός  που ο ποιητής τον μετατρέπει  σε άγιο και ο μύθος που προέρχεται από αφηγήσεις που αποχωρίστηκαν/αποσυνδέθηκαν από την αρχαία θρησκεία. Όπως γράφει ο Walter Burkert στο βιβλίο του Religión griega arcaica y clásica (Η ελληνική θρησκεία στα αρχαϊκά και κλασικά χρόνια, μετάφραση Helena Bernabé, φιλολογική επιμέλεια Alberto Bernabé, Μαδρίτη, εκδόσεις Abada, 2007):  «Η Σελήνη, το φεγγάρι, εμφανίζεται σε πολλούς μύθους, όπως σ’ αυτόν που εκφράζει την αγάπη της για τον κοιμώμενο Ενδυμίωνα […] Όμως, όλ`  αυτά είναι πολύ απόμακρα από τη θρησκευτική λατρεία […]»  (σελ.238). Σε υποσημείωση της σελίδας 25 ο Burkert αναφέρει τον τόπο αυτής της λατρείας:  «[…] λατρεία του Ενδυμίωνα στο όρος Λάτμος, κοντά στη Μίλητο.»

Συνοψίζοντας, η Έφεσος κι ο Ηράκλειτος, η λατρεία του Ενδυμίωνα στη Μίλητο, η πτώση των αρχαίων και σύγχρονων πόλεων, η λατρεία του ανυπόληπτου κυβερνήτη· αυτή είναι η πνευματική τοπογραφία αυτών των ποιημάτων που τραγουδούν για τη χαμένη Ιωνία."

ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ

Ελεύθερα στο πλάι μου τρέχουν τ` αμπέλια κι αχαλίνωτος
Μένει ο ουρανός. Πυρκαγιές ανταλλάσσουνε τα κουκουνάρια κι ένας
Όνος φευγάτος πάει ψηλά τον ανήφορο
                                                                        για λίγο σύννεφο
Κάτι πρέπει να γίνεται του αγίου Ηρακλείτου ανήμερα
Που μήτε οι ρίνες διαγιγνώσκουν
Είναι οι ζαβολιές του ανυποδήτου ανέμου που αρπάζεται
        απ` την άκρη
Του νυχτικού της μοίρας και πάει να μας αφήσει στων αιγάγρων
        το ύπαιθρο έκθετους
Στα κρυφά φεύγω με όλα τα κλοπιμαία στο νου μου
Για μιαν απ` την αρχή ζωή απροσκύνητη. Χωρίς κεριά χωρίς
        πολυελαίους
Με μόνο μια στη θέση αδάμαντος βέρα χρυσή ανεμώνη
Πασπατευτά πού πάει; Και ζητώντας τί; Ο μισός της σελήνης μας
        ίσκιος
Ανάγκη πάσα να καθησυχάζεις είναι ως και τα μνήματα
Εάν ομοεθνών ή όχι άδιάφορον. Το παν είναι
Η και από τα λαγωνικά χαμένη οσμή της γης με ρείκια σφένταμα
        και κρόμμυα
Στην ιδιωματική ν` αποκαθίσταται γλώσσα της
Ε τί! Μια λέξη άρκεϊ να σε χωρέσει χωρικέ του πράσινου της νύχτας
Έφεσος! Του πάππου του θείου και του φωσφόρου δέκατη τέταρτη
        γενεά
Μέσα σε περιβόλια του πορτοκαλιού χρυσά και της σμίλης όμορα
        λόγια
Τέντες προτού απλωθούν κι άλλες μετέωρες απολεσθέντων πόλων
Αιφνιδίως οι τροχασμοί. Κηρύγματα των απ` αντικρύ κόλπων
        θαλάσσης
Δαπέδων δρέπανα διπλά για ναό ή για θέατρο
Νερά χλωρά λιβαδίσια κι άλλα σγουρά του γαρ και του άρα
Ρεούμενα. Εάν ποτέ κύκλους από τριφύλλι και άγρωστιν
Η σοφία σχεδίαζε άλλο θα γινόταν όπως πριν
Της άκρης του δαχτύλου σου το εναποτύπωμα 

Γράμματα θα υπάρχουν. Θα διαβάζουν οι άνθρωποι
        κι απ` την ουρά της πάλι
Η ιστορία θα πιάνεται. Μόνο τ` αμπέλια να καλπάζουν κι αχαλίνωτος
        να `ναι
Ο ουρανός όπως τον θέλουν τα παιδιά
Με κοκόρους και με κουκουνάρια και με κυανούς χαρταετούς σημαίες
Του αγίου Ηρακλείτου ανήμερα
                                        
                                                 παιδός η βασιληίη.

De Éfeso

Libres corren las vides a mi lado y ubérrimo
Permanece el cielo. Las piñas intercambian pasiones y un
Burro alelado asciende por la pendiente
                                                              en pos de un trozo de nube
Algo debe de ocurrir el mismo día de San Heráclito
Que ni las supercherías deducen
Son las travesuras del viento descalzo que se engancha de la punta
Del camisón de la fortuna y va a dejarnos expuestos do moran las cabras montesas
Hacia lo oculto me marcho con todo el botín en mi mente
Hacia una vida indómita desde el principio. Sin velas sin arañas de luces
Con solo una alianza anémona dorada en la posición del diamante
¿Dónde va ajada? ¿Y pidiendo qué? La media sombra de nuestra luna
Toda necesidad de que te calmes llega anodina o no
Hasta los sepulcros de los paisanos. El universo es
También el olor de la tierra brezos arce y chalotas que los sabuesos extraviaron
Para reinstaurarse en su idiolecto
¿Qué? Campesino una palabra del verde nocturno basta para apartarte 
¡Éfeso! decimocuarta generación del tío-abuelo del tío y del fósforo
En los dorados vergeles del naranjo y en las contiguas palabras del cincel
Antes de que otros campamentos de ciudades perdidas también se esparzan
Súbitamente los trotes. Sermones de los golfos marinos de enfrente 
Dobles hoces de suelos para templo o teatro
Aguas verdes y otras ensortijadas praderas de los ligeros por qué
Y por tanto. Si la sabiduría nunca diseñara 
Círculos de tréboles y grama devendría otra cosa como antes
La huella dactilar del extremo de tu dedo.

Habrá cartas. Las personas leerán y la historia se morderá
La cola de nuevo. Que solo las vides troten y sea ubérrimo
El cielo como lo quieren los niños
Con gallos y con piñas y con cometas azul turquí banderas 
El mismo día de San Heráclito

                                           la corona de un niño.

ΩΣ ΕΝΔΥΜΙΩΝ

Απαλές κοιλάδες έχει ο ύπνος ακριβώς όπως
Και η επάνω ζωή. Μ` εκκλησάκια που βόσκουν σε χορτάρι εμπρός
        αέρα
Που ολοένα μηρυκάζουν ώσπου να γίνουν ζωγραφιές
Η μία την άλλη σβήνοντας σε πλάγιον ήχο. Κάποτε
Περιοδεύουν δύο η τρία φεγγάρια. Γρήγορα όμως χάνονται
Η ομορφιά κει που ακινήτησε διαρκεί σαν άλλο ουράνιο σώμα
Η ύλη ηλικία δεν έχει. Μόνον ν` αλλάζει ξέρει. Θες πάρ` την από
         την αρχή
Θες απ` το τέλος. Ήρεμα κυλάει εμπρός η επιστροφή και συ την
        παρακολουθείς δήθεν αδιάφορος
Τραβάς ωστόσο το σχοινί σ` όρμο Μυρτώον έρμο
Δίχως ούτ` ένα ελαιόδεντρο να σου απουσιάσει
Αχ Θάλασσα πάνω που ξυπνάς πως ξανακαινουργιώνονται όλα!   
Μικροί πως χαϊδευτήκαμε και παίξαμε πεντόβολο τα γονικά μας!
Για δες τι σηκωμό σηκώνει μες στ` ατάραχα ο Σιρόκος ο ύπνιος·
         και πως στα δύο τα χωρίζει!
Από τη μια μεριά ξυπνώ και κλαίω για τα που μου επάρθηκαν
        αθύρματα  
Και από την άλλη κοιμούμαι
Τη στιγμή που ο Ελευθέριος φεύγει και η Ιωνία χάνεται
Μόλις που διακρίνεται λοφίσκος μ’ απαλά κοίλα γεμάτος σγουρά
        χλοΐσματα
Κι αντικρύ αντερείσματα σκληρά
Που να φυλάγεσαι απ΄ όλα τα ενδεχόμενα· ενώ πρόσφυγες μέλισσες   
Κατά σμήνη βομβούν και μια γιαγιά μες στ` αλιεύματα της
       δυστυχίας βρίσκει
Να βγάλει από τα λίγα της χρυσαφικά παιδιά κι εγγόνια

Ξεφόρτωτον κι απ` το ένα πλάι σε κυλάει ο κίνδυνος και σ` αγνοεί
Που σύ ο ίδιος κάποτε θέλησες να τον αγνοήσεις
Αυτά βέβαια στα ψέματα του ρούχου που φοράς δίχως τη φόδρα του
        ν` αναποδογυρίσεις
Κει που αγγιχτήκανε οι μουτζούρες με τα χρυσά νομίσματα
Όπως τα βδελυρά με τ’ άγια
                                              Παράξενο είναι
Πόσο ακατανόητα ζούμε άλλ` απ` αυτό κρεμόμαστε
Χλωρό περιστεράκι του βασιλικού φιλί που σου  `δωσα επάνω
         στο κρεβάτι μου
Και στα γραφτά μου τρεις και τέσσερις ανέμους ανορθόγραφους
Να ζαλιστούν τα πέλαγα όμως
Γεμάτο νου και γνώση ν` ακολουθεί το δρόμο του κάθε πλεούμενο
Ταλαντεύονται τα γεγονότα και στο τέλος πέφτουν πριν κι από τους
        ανθρώπους
Αλλά φανό θυέλλης δεν έχει το σκοτάδι

Πού `ναι η Μίλητος πού είναι η Πέργαμος πού η Αττάλεια και πού
Η Κωνσταν Κωνσταντινο ντινοπολίς;
Στους χίλιους ύπνους ένας βγαίνει ο ξυπνητός αλλά για πάντοτε.

Άρτεμις Άρτεμις κράτα μου τον σκύλο της σελήνης
Δαγκώνει κυπαρίσσι και ανησυχούν οι Αιώνιοι
Κοιμάται πιο βαθιά κείνος που έχει περιβραχεί άπ` την Ιστορία
Μπρος μ` ένα σπίρτο ας την ανάψεις σαν οινόπνευμα
                                                                      Ποίηση μόνον είναι
Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία
Όπως μπορεί και να τη φαντασθήκαν  οι πρωτόπλαστοι
Δίκαιη στα στυφά του κήπου και στο ρολόι αλάθητη.
 

Como Endimiόn

El sueño tiene suaves valles igual que
La vida azur. Con pequeñas iglesias que sobre la hierba de enfrente pacen aire
Que rumian más y más hasta que devienen pinturas
Una que borra la otra sin tocarla. De vez en cuando
dos o tres lunas van de gira. Pero se pierden rápido
Allí donde se detuvo la belleza perdura como otro cuerpo celeste
La materia no  tiene edad. Solo sabe cambiar. Si quieres atrápala desde el principio
Si quieres desde el fin. Tranquilo fluye el regreso y lo sigues con supuesta indiferencia
Sostienes no obstante la cuerda en la desierta bahía que da al Mirtos
Sin faltarte un solo olivo
¡Ah Mar que despiertas en lo alto cómo se renueva todo!
¡Cómo mimábamos de chicos a nuestros padres y jugábamos a los cinco óbolos!   
Mira qué revuelta agita el durmiente Siroco en lo sereno; ¡y cómo lo divide en dos!
Por un lado despierto y lloro por los juguetes que me sobran
Y por otro duermo
En el instante en que Elefzerios se marcha y Jonia cae
Cuando apenas se distingue la colina de suaves depresiones llena de frondosa espesura
Y de duros contrafuertes que se reflejan
Dónde te protegerás de toda contingencia; mientras abejas proscritas
Zumban contra los enjambres y una abuela consigue en las capturas de la tristeza
Extraer hijos y nietos de sus escasas alhajas 

Si lo descargas el peligro por un costado te sale y te ignora
Porque tú mismo en algún momento quisiste ignorarlo
Esto por supuesto en las mentiras de la ropa que llevas sin dar la vuelta al forro
Allí donde las manchas se rozaron con las monedas áureas
Como lo repugnante con lo sagrado
                                        Es extraño
El modo incomprensible en que vivimos pero de eso dependemos
Verde palomita del beso regio que te di sobre mi cama
Y que en mis escritos tres y cuatro vientos con faltas de ortografía
Aturdan los piélagos y que
Cada embarcación repleta de intelecto y conocimiento prosiga su periplo
Los hechos oscilan y al final caen antes y a causa de los hombres
Pero la oscuridad no ostenta fanal contra el viento

¿Dónde está Mileto dónde Pérgamo dónde Atalia y dónde
Constan Constantino tinopla?
En mil sueños se elige a alguien el insomne pero para siempre. 

Ártemis Ártemis guárdame el perro de la luna
Que muerde un ciprés y los Eternos se turban
Duerme más profundo aquél a quien la Historia ha rociado 
Adelante enciéndela con una cerilla como alcohol
                                                   Solo es Poesía
Aquello que permanece. Poesía. Justa y esencial y línea recta
Como quizás la imaginaran los primeros progenitores
Justa en lo áspero del jardín e infalible en el reloj.

"Όταν το χτες εισχωρεί στο αύριο, όταν το αύριο ταξιδεύει στο χτες. Η ελυτική ποίηση, όπως και κάποιες άλλες, ελάχιστες, στην ελληνική γλώσσα, δεν αναλύεται. Χαρακτηρίζεται, σημειώνεται. Όσο μπορεί να σημειωθεί μια πυρκαγιά, ένας ήλιος που ανεβαίνει, ένα φεγγάρι που κατεβαίνει, ένα σύνεφο που πάει..." 

Θωμάς Γκόρπας, Οδυσσέας Ελύτης, ποιητής του τώρα και του πάντα, από το αφιέρωμα του περιοδικού  Διαβάζω (τ. 362,  Απριλίου) στη μνήμη του ποιητή.

2 σχόλια:

Διονύσης Μάνεσης είπε...

"Κύριε, η ποίηση δε μ' αρέσει, μ' εκνευρίζει", μου έλεγε μια μαθήτριά μου. "Δεν την καταλαβαίνω. Όμως εκεί που πάω να σταματήσω να διαβάζω ένα ποίημα όλο και κάπου πέφτει το μάτι μου και λέω 'ωραίο αυτό!' Και το σημειώνω και μετά ψάχνω και για άλλο και για άλλο. Και κάπου κάπου βρίσκω και ωραία ποιήματα."

Με συγχωρείτε που σας μετέφερα λόγια που μοιάζουν άστοχα με την ανάρτηση, αλλά - κι όμως - αυτά μου ήρθαν στο νου πρώτα!

Να (και) πώς γιορτάζονται οι επέτειοι - ο Mario Dominguez Parra μάς το μαθαίνει: Δημιουργικά. Ουσιαστικά. Πλουτίζοντας την ανθρώπινη εμπειρία.

Ευχαριστούμε πολύ, Mario, Λίτσα. Πάντα ευχάριστες εκπλήξεις εδώ!
(επαναλαμβανόμενη έκπληξη δεν είναι έκπληξη, δηλαδή..)

Ε. Στάμου είπε...

Κύριε, η ποίηση τελικά μπορεί να γεννήσει πάθος σ’ αυτούς που τη διαβάζουν. Όσο γι αυτούς που την υπηρετούν, είναι τα ανήσυχα πνεύματα που πλάθουν τη ζωή τους μ` αυτήν την ανάγκη.

Ο κύριος Mario Domínguez Parra, όντας και ο ίδιος ποιητής, κάνει τα ποιήματα του Ελύτη ποίηση στη γλώσσα του. Τον ευχαριστούμε πολύ γι` αυτό Διονύση και είναι τιμή μας που έγινε φίλος μας.
Και βέβαια να συνεχίσω να ευχαριστώ κι εσένα για την «επαναλαμβανόμενη» συνεισφορά και στήριξη.